Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Μήπως παθολογικοποιούμε την ανθρώπινη δυστυχία;

Καθώς οι διαγνώσεις και η χρήση αντικαταθλιπτικών αυξάνονται, αξίζει να αναρωτηθούμε αν κάθε μορφή ψυχικού πόνου είναι ασθένεια ή αν κάποιες φορές αποτελεί ένα μήνυμα που απλά ζητά να ακουστεί

Ιουλία Καζάνα-McCarthy

Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε μια εντυπωσιακή αύξηση τόσο στις διαγνώσεις ψυχικών διαταραχών όσο και στη χρήση ψυχιατρικών φαρμάκων. Αναμφίβολα, το γεγονός ότι μιλάμε πλέον πιο ανοιχτά για την ψυχική υγεία αποτελεί μια σημαντική κοινωνική πρόοδο. Για δεκαετίες οι άνθρωποι υπέφεραν σιωπηλά, ντρέπονταν να ζητήσουν βοήθεια ή θεωρούσαν την κατάθλιψη και το άγχος προσωπική αδυναμία.

Την ίδια στιγμή όμως αξίζει να αναρωτηθούμε αν,στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τον ανθρώπινο πόνο, έχουμε αρχίσει να κινούμαστε προς το αντίθετο άκρο.Αν δηλαδή έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου κάθε μορφή ψυχικής δυσφορίας, κάθε μορφή ανθρώπινου πόνου θεωρείται σχεδόν αυτόματα σύμπτωμα μιας διαταραχής που χρειάζεται διάγνωση, θεραπεία και συχνά φαρμακευτική παρέμβαση.

Πρόσφατα παρακολούθησα τη συνέντευξη της ψυχιάτρου JoannaMoncrieff,μιας από τις πιο γνωστές επικριτικές φωνές απέναντι στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε σήμερα την κατάθλιψη.Η θέση της Moncrieff δεν είναι ότι οι άνθρωποι δεν υποφέρουν. Ούτε ότι η κατάθλιψη δεν είναι πραγματική. Ούτε αρνείται ότι ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να αισθανθούν ανακούφιση μέσα από τη φαρμακευτική αγωγή. Αυτό που αμφισβητεί είναι η απλοποιημένη εξήγηση που κυριάρχησε για χρόνια στη δημόσια συζήτηση: ότι η κατάθλιψη προκαλείται κυρίως από μια χημική ανισορροπία του εγκεφάλου και ιδιαίτερα από χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης.

Η θεωρία αυτή υπήρξε ελκυστική επειδή ήταν απλή και καθησυχαστική. Έδινε την εντύπωση ότι η κατάθλιψη μοιάζει με τον διαβήτη: λείπει μια ουσία, την αναπληρώνουμε και το πρόβλημα λύνεται. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότεροι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα επιστημονικά δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν τόσο ξεκάθαρα αυτή την εξήγηση. Η σχέση ανάμεσα στη σεροτονίνη και την κατάθλιψη φαίνεται να είναι πολύ πιο περίπλοκη απ’ όσο πιστεύαμε.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα αντικαταθλιπτικά δεν έχουν καμία επίδραση. Σημαίνει όμως ότι ίσως δεν λειτουργούν με τον τρόπο που για χρόνια παρουσιάζονταν στο κοινό. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, τα φάρμακα δεν αποκαθιστούν απαραίτητα μια αποδεδειγμένη χημική ανεπάρκεια. Αντίθετα, επιδρούν στον εγκέφαλο και τροποποιούν τη συναισθηματική εμπειρία του ανθρώπου.

Κάποιοι άνθρωποι που λαμβάνουν αντικαταθλιπτικά αναφέρουν ότι αισθάνονται λιγότερη θλίψη και λιγότερο άγχος. Άλλοι όμως αναφέρουν μια γενικότερη εξομάλυνση των συναισθημάτων τους –δεν νιώθουν μόνο λιγότερη θλίψη αλλά και λιγότερη χαρά. Σαν οι κορυφές και οι κοιλάδες της συναισθηματικής ζωής να γίνονται πιο επίπεδες. Για ορισμένους αυτό μπορεί να προσφέρει ανακούφιση. Για άλλους μπορεί να συνοδεύεται από παρενέργειες όπως συναισθηματικό μούδιασμα, μειωμένη σεξουαλική επιθυμία ή συμπτώματα κατά τη διακοπή της αγωγής.

Ίσως όμως το πιο ενδιαφέρον σημείο της συζήτησης να βρίσκεται αλλού.Τι ακριβώς προσπαθούμε να θεραπεύσουμε;

Αν ένας άνθρωπος είναι συντετριμμένος επειδή έχασε τον σύντροφό του, είναι άρρωστος;Αν νιώθει εξαντλημένος από χρόνια υπερκόπωση, νιώθει απελπισία επειδή ζει μέσα στη μοναξιά, αποκομμένος από ουσιαστικές σχέσεις, την οικονομική ανασφάλεια ή μια ζωή που δεν έχει κανένα νόημα για τον ίδιο, πρόκειται αποκλειστικά για πρόβλημα χημείας του εγκεφάλου του;

Η σύγχρονη ζωή χαρακτηρίζεται από πρωτοφανή επίπεδα μοναξιάς και κοινωνικής απομόνωσης, οικονομικής ανασφάλειας και πίεσης για συνεχή απόδοση. Ίσως λοιπόν ένα μέρος του ψυχικού πόνου που βιώνουμε να μην είναι απλώς σύμπτωμα κάποιας διαταραχής.Ίσως να είναι μια φυσιολογική ανθρώπινη αντίδραση σε αφύσικες συνθήκες.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι πρέπει να εξιδανικεύουμε τον πόνο ή να απορρίπτουμε συλλήβδην την ψυχιατρική και τα φάρμακα. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν βοηθηθεί σημαντικά από αυτά και η εμπειρία τους αξίζει σεβασμό. Όμως ίσως είναι εξίσου σημαντικό να μην ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος είναι κάτι περισσότερο από τον εγκέφαλό του.

Γιατί πίσω από κάθε άνθρωπο που υποφέρει υπάρχει μια ιστορία. Υπάρχουν σχέσεις, απώλειες, τραύματα, οικονομικές δυσκολίες, ανεκπλήρωτες ανάγκες, μοναξιά, ματαιώσεις και υπαρξιακά ερωτήματα.

Ίσως λοιπόν η πιο σημαντική ερώτηση να μην είναι «ποιο χάπι θα εξαφανίσει αυτό που νιώθω;».Ίσως να είναι «τι προσπαθεί να μου πει αυτό που νιώθω;».

Οψυχικός πόνος δεν είναι πάντα ένας εχθρός που πρέπει να εξαφανιστεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Και όσο απαραίτητη κι αν είναι η επιστήμη, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να μπερδέψουμε το σύμπτωμα με το μήνυμα. 

Γιατίτο ζητούμενο δεν είναι να φιμώσουμε το σύμπτωμα όσο το δυνατόν γρηγορότερα, αλλά να ακούσουμε το μήνυμα που κρύβεται πίσω από αυτό. Και αυτό είναι μια συζήτηση που αξίζει να κάνουμε με ειλικρίνεια, επιστημονική ταπεινότητα και βαθύ σεβασμό προς την ανθρώπινη εμπειρία.
το είδαμε Zougla.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου