Ο ηθοποιός πλήρωσε τον μονόλογό του για τη σατιρική αναπαράσταση ενός κομματικού καθοδηγητή - Τι είχε πει η κόρη του
«Κάτσε πατριώτη», λέει ο Μίμης Φωτόπουλος στον Βασίλη Λογοθετίδη. Ο Φωτόπουλος, στο ρόλο του Νίκου στην εμβληματική ταινία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», θα βοηθήσει πέντε πατριώτες να διαφύγουν στα βουνά. Όταν ο Λογοθετίδης, στο ρόλο του Θοδωρή, κάθεται, ξεκινάει ο μονόλογος. «Η οργανωμένη διεθνής μπουρζουαζία παίζει το τελευταίο της χαρτί στον αγώνα ενάντια στη μεστωμένη πια θέληση της συνειδητής μάζας. Στη μεστωμένη πια θέληση, είπα, της συνειδητής μάζας. Οι αστοί, περνώντας από τη δράση στην αντίδραση, έγιναν άβουλα και αθέλητα όργανα του διεθνούς κεφαλαιοκρατικού τραστ που δόθηκε πλέρια στις σκοτεινές επιδίωξες της συνειδητά ασυνείδητης ολιγαρχίας. Στις σκοτεινές επιδίωξες, είπα, της συνειδητά ασυνείδητης ολιγαρχίας».
Ο Λογοθετίδης του κάνει νόημα με τα χέρια του να περιμένει.
Σηκώνεται και πηγαίνει προς το μέρος του γιατρού που βρίσκεται στο χώρο. «Μπας και κάνεις λάθος;», ρωτάει τον γιατρό ο Λογοθετίδης. «Μπας και μπερδεύεις τον τρελό με τον πατριώτη;». «Όχι βρε αδελφέ», του απαντάει ο γιατρός χαμογελώντας. «Γιατί;».
«Ξέρω ‘γω, τι να σου πω», μονολογεί και επιστρέφει στον Φωτόπουλο, ο οποίος συνεχίζει. «Ο 20ος αιώνας, είπα, αιώνας βασικών κοινωνικών μεταρρυθμίσεων θα διαφοροποιήσει τις παλαιοαστικές αντίληψες. Ατράνταχτο επιχείρημα και αυτοαπόδειχτη άποψη είναι η αφύπνιση της μάζας από το λήθαργο της πρόληψης στη γενική γραμμή μιας καινούργιας κατεύθυνσης. Στη γενική γραμμή, είπα, μιας καινούργιας κατεύθυνσης».
Μια Ελλάδα στη δίνη του Εμφυλίου
Η ταινία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» προβλήθηκε για πρώτη φορά στις 5 Ιανουαρίου 1948, σε μια Ελλάδα που βρισκόταν ήδη στη δίνη του Εμφυλίου. Ο Φωτόπουλος ήταν 34 ετών, με αρκετά χρόνια θεατρικής δουλειάς πίσω του και με προσωπική διαδρομή στην Αριστερά, την Εθνική Αντίσταση αλλά και πολιτικές διώξεις.
Η ερμηνεία του στην ταινία περιλάμβανε τη σατιρική αναπαράσταση ενός κομματικού καθοδηγητή. Η γλώσσα του ρόλου, γεμάτη πολιτικούς όρους και περίπλοκες διατυπώσεις, παρουσιαζόταν ως παράδειγμα ιδεολογικής κατήχησης που περισσότερο εντυπωσιάζει με τις λέξεις παρά πείθει με το περιεχόμενό της. Η σάτιρα αυτή θεωρήθηκε προσβλητική από το ΚΚΕ, σύμφωνα με όσα επιβεβαιώθηκαν αργότερα από την οικογένειά του. Ο Φωτόπουλος διαγράφηκε από το κόμμα, του οποίου υπήρξε μέλος, χωρίς να επιστρέψει ποτέ στις οργανωμένες τάξεις του. Παρέμεινε, ωστόσο, πολιτικά προσανατολισμένος στην Αριστερά και, όπως θα έλεγε χρόνια αργότερα η κόρη του, συνέχισε να ψηφίζει ΚΚΕ σε όλη του τη ζωή.
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερο βάρος αν αναλογιστεί πως ο Φωτόπουλος τα πρώτα χρόνια της θεατρικής του πορείας είχε συνδεθεί με καλλιτεχνικά σχήματα της Αριστεράς και είχε πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση.
Η μαρτυρία της κόρης του
Ο ίδιος απέφευγε να μιλά για τη διαγραφή του. Ένιωθε πληγωμένος. Η επιβεβαίωση ήρθε από την κόρη του, Άννα Φωτοπούλου, σε συνέντευξη που παραχώρησε στον δημοσιογράφο Αντώνη Μποσκοΐτη, η οποία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Documento τον Δεκέμβριο του 2022. Στη συνέντευξη, ρωτήθηκε αν ίσχυε ότι το ΚΚΕ διέγραψε τον πατέρα της μετά την πρώτη κινηματογραφική του εμφάνιση. Η απάντησή της δεν χωράει παρερμηνεία: «Έτσι ακριβώς έγινε. Εμείς το μάθαμε πολύ αργότερα, γιατί δεν μιλούσε για πράγματα που τον είχαν πληγώσει. Άμα κάναμε καμιά κουβέντα, μας έλεγε: “Τελείωσε η συζήτηση, τέλος”. Διαγράφηκε, γιατί έπαιξε τον ινστρούκτορα και σατίριζε το κόμμα».
Η μαρτυρία περιγράφει και τον τρόπο με τον οποίο ο αγαπημένος ηθοποιός διαχειριζόταν το γεγονός μέσα στην οικογένειά του. Ο Φωτόπουλος δεν επιδίωκε να το συζητά ούτε να επανέρχεται σε μια υπόθεση που τον είχε πληγώσει. Η Άννα Φωτοπούλου ανέφερε επίσης ότι ο πατέρας της δεν έγινε ποτέ ξανά μέλος του ΚΚΕ, αν και παρέμεινε ψηφοφόρος του. Στην ίδια συνέντευξη θυμήθηκε και μια οικογενειακή ιστορία που συνδέεται με εκείνη την κινηματογραφική δουλειά. «Λέγεται μάλιστα πως όταν πήρε τα πρώτα του λεφτά απ’ το “Οι Γερμανοί ξανάρχονται”, ήρθε και τα πέταξε για γούρι στο μωρουδιακό κρεβάτι μου».
Ο ίδιος απέφευγε να μιλά για τη διαγραφή του. Ένιωθε πληγωμένος. Η επιβεβαίωση ήρθε από την κόρη του, Άννα Φωτοπούλου, σε συνέντευξη που παραχώρησε στον δημοσιογράφο Αντώνη Μποσκοΐτη, η οποία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Documento τον Δεκέμβριο του 2022. Στη συνέντευξη, ρωτήθηκε αν ίσχυε ότι το ΚΚΕ διέγραψε τον πατέρα της μετά την πρώτη κινηματογραφική του εμφάνιση. Η απάντησή της δεν χωράει παρερμηνεία: «Έτσι ακριβώς έγινε. Εμείς το μάθαμε πολύ αργότερα, γιατί δεν μιλούσε για πράγματα που τον είχαν πληγώσει. Άμα κάναμε καμιά κουβέντα, μας έλεγε: “Τελείωσε η συζήτηση, τέλος”. Διαγράφηκε, γιατί έπαιξε τον ινστρούκτορα και σατίριζε το κόμμα».
Η μαρτυρία περιγράφει και τον τρόπο με τον οποίο ο αγαπημένος ηθοποιός διαχειριζόταν το γεγονός μέσα στην οικογένειά του. Ο Φωτόπουλος δεν επιδίωκε να το συζητά ούτε να επανέρχεται σε μια υπόθεση που τον είχε πληγώσει. Η Άννα Φωτοπούλου ανέφερε επίσης ότι ο πατέρας της δεν έγινε ποτέ ξανά μέλος του ΚΚΕ, αν και παρέμεινε ψηφοφόρος του. Στην ίδια συνέντευξη θυμήθηκε και μια οικογενειακή ιστορία που συνδέεται με εκείνη την κινηματογραφική δουλειά. «Λέγεται μάλιστα πως όταν πήρε τα πρώτα του λεφτά απ’ το “Οι Γερμανοί ξανάρχονται”, ήρθε και τα πέταξε για γούρι στο μωρουδιακό κρεβάτι μου».
Η ταινία-έκκληση για ειρήνευση και συμφιλίωση
Η ταινία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» βασίστηκε στο ομώνυμο θεατρικό έργο των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου, που είχε παρουσιαστεί το 1946 στο θέατρο Ρεξ, με πρωταγωνιστή τον Βασίλη Λογοθετίδη. Η κινηματογραφική μεταφορά έκανε πρεμιέρα στις 5 Ιανουαρίου 1948, σε σκηνοθεσία του Σακελλάριου, με παραγωγό τον Φιλοποίμενα Φίνο. Το σενάριο υπέγραψαν οι δύο δημιουργοί του θεατρικού έργου. Η επιτυχία της υπήρξε μεγάλη, με 136.033 εισιτήρια στην πρώτη προβολή στην Αθήνα.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Θόδωρος, τον οποίο υποδύεται ο Λογοθετίδης, ένας φιλήσυχος οικογενειάρχης εξαντλημένος από τις πολιτικές συγκρούσεις και τα πάθη που ταλαιπωρούν τη χώρα. Ένα όνειρο, στο οποίο οι Γερμανοί επιστρέφουν και η Ελλάδα βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με την απειλή της κατοχής, γίνεται αφορμή για μια ιστορία που σχολιάζει την πραγματικότητα της εποχής. Η αγωνία του ήρωα αφορά την προοπτική μιας νέας καταστροφής, τη στιγμή που ο Εμφύλιος εξακολουθεί να μαίνεται.
Η ταινία λειτουργούσε έτσι ως έκκληση για ειρήνευση και συμφιλίωση, χωρίς να αποφεύγει την πολιτική πραγματικότητα. Όπως επισημαίνει και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, επρόκειτο για μια από τις λίγες ταινίες που τόλμησαν να αναφερθούν στον ελληνικό Εμφύλιο όσο εκείνος βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη. Η ανάγκη να σταματήσει ο κύκλος της βίας διαπερνά την ιστορία, ενώ η κωμωδία επιτρέπει στους δημιουργούς να σχολιάσουν τις πολιτικές βεβαιότητες, τους φόβους και τις αντιφάσεις της κοινωνίας.
Η ταινία αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη εμπορική επιτυχία της Φίνος Φιλμ και σταθμό στην πορεία της εταιρείας. Η σύγχρονη φωνοληψία της ξεχώρισε στον ελληνικό κινηματογράφο, καθώς η καλύτερη αντιστοίχιση της εικόνας με τον ήχο αποτελούσε τότε σημαντική κατάκτηση. Παράλληλα, η ταινία έδωσε στον Σακελλάριο τη δυνατότητα να αναδείξει την κινηματογραφική του ματιά και στον Λογοθετίδη να εδραιώσει τη θέση του ως κορυφαίου κωμικού της εποχής.
Για την Ίλυα Λιβυκού, τον Νίκο Φέρμα και τον Στέφανο Στρατηγό, η παραγωγή υπήρξε η πρώτη τους εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη. Όλοι τους θα ακολουθούσαν στη συνέχεια μακρά και επιτυχημένη πορεία στο ελληνικό σινεμά. Για τον Φωτόπουλο, πάντως, αυτή η εμφάνιση έμελλε να συνδεθεί όχι μόνο με την επαγγελματική του εξέλιξη, αλλά και με μια προσωπική πολιτική περιπέτεια.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Θόδωρος, τον οποίο υποδύεται ο Λογοθετίδης, ένας φιλήσυχος οικογενειάρχης εξαντλημένος από τις πολιτικές συγκρούσεις και τα πάθη που ταλαιπωρούν τη χώρα. Ένα όνειρο, στο οποίο οι Γερμανοί επιστρέφουν και η Ελλάδα βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με την απειλή της κατοχής, γίνεται αφορμή για μια ιστορία που σχολιάζει την πραγματικότητα της εποχής. Η αγωνία του ήρωα αφορά την προοπτική μιας νέας καταστροφής, τη στιγμή που ο Εμφύλιος εξακολουθεί να μαίνεται.
Η ταινία λειτουργούσε έτσι ως έκκληση για ειρήνευση και συμφιλίωση, χωρίς να αποφεύγει την πολιτική πραγματικότητα. Όπως επισημαίνει και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, επρόκειτο για μια από τις λίγες ταινίες που τόλμησαν να αναφερθούν στον ελληνικό Εμφύλιο όσο εκείνος βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη. Η ανάγκη να σταματήσει ο κύκλος της βίας διαπερνά την ιστορία, ενώ η κωμωδία επιτρέπει στους δημιουργούς να σχολιάσουν τις πολιτικές βεβαιότητες, τους φόβους και τις αντιφάσεις της κοινωνίας.
Η ταινία αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη εμπορική επιτυχία της Φίνος Φιλμ και σταθμό στην πορεία της εταιρείας. Η σύγχρονη φωνοληψία της ξεχώρισε στον ελληνικό κινηματογράφο, καθώς η καλύτερη αντιστοίχιση της εικόνας με τον ήχο αποτελούσε τότε σημαντική κατάκτηση. Παράλληλα, η ταινία έδωσε στον Σακελλάριο τη δυνατότητα να αναδείξει την κινηματογραφική του ματιά και στον Λογοθετίδη να εδραιώσει τη θέση του ως κορυφαίου κωμικού της εποχής.
Για την Ίλυα Λιβυκού, τον Νίκο Φέρμα και τον Στέφανο Στρατηγό, η παραγωγή υπήρξε η πρώτη τους εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη. Όλοι τους θα ακολουθούσαν στη συνέχεια μακρά και επιτυχημένη πορεία στο ελληνικό σινεμά. Για τον Φωτόπουλο, πάντως, αυτή η εμφάνιση έμελλε να συνδεθεί όχι μόνο με την επαγγελματική του εξέλιξη, αλλά και με μια προσωπική πολιτική περιπέτεια.
Από την Εθνική Αντίσταση στην Ελ Ντάμπα
Η θεατρική του πρεμιέρα έγινε το 1932, με τη «Λοκαντιέρα». Τα επόμενα χρόνια εργάστηκε σε περιοδεύοντες θιάσους, γνώρισε τις δύσκολες συνθήκες του επαγγέλματος και απέκτησε εμπειρία στη σκηνή. Από νωρίς συνδέθηκε με τους «Ηνωμένους Καλλιτέχνες», τον θίασο των αριστερών καλλιτεχνών. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ.
Τα Δεκεμβριανά άλλαξαν βίαια την πορεία του. Ο Φωτόπουλος συνελήφθη από τις βρετανικές δυνάμεις και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο της Ελ Ντάμπα, στην Αίγυπτο, όπου κρατήθηκε μέχρι τον Μάρτιο του 1945. Η Συμφωνία της Βάρκιζας τον βρήκε μακριά από την Ελλάδα, πίσω από τα συρματοπλέγματα ενός στρατοπέδου. Στην αυτοβιογραφία του, «Όμηρος των Εγγλέζων – Ελ Ντάμπα», περιέγραψε την επιστροφή εκείνων που είχαν παραμείνει για μήνες στην έρημο: «Εμείς που ήρθαμε τελευταίοι, είχαμε περάσει πάνω από δυόμισι μήνες στην έρημο. Είχαμε δοκιμάσει πολλούς εξευτελισμούς, πολλούς πόνους, πολλά βάσανα. Και στα σύρματα είχαμε αφήσει ένα ματωμένο κομμάτι της ζωής μας».
Οι διώξεις των ΕΑΜιτών ηθοποιών και το γενικότερο εμφυλιακό κλίμα τον κράτησαν για ένα διάστημα μακριά από τη θέση που θα μπορούσε να διεκδικήσει στο θέατρο. Η επιστροφή του στην καλλιτεχνική δραστηριότητα, επομένως, συνέπεσε με μια εποχή κατά την οποία ακόμη και ένας θεατρικός ή κινηματογραφικός ρόλος μπορούσε να αποκτήσει πολιτικό βάρος.
Η μετέπειτα πορεία του υπήρξε πολύπλευρη. Εργάστηκε ως θιασάρχης, σκηνοθέτησε θεατρικές παραστάσεις, έγραψε ποίηση, αυτοβιογραφικά έργα και θεατρικά κείμενα, ενώ ασχολήθηκε και με τη ζωγραφική, αναπτύσσοντας μια ιδιαίτερη τεχνική κολάζ με γραμματόσημα. Η αναγνώριση στο θέατρο ήρθε το 1948, με την επιθεώρηση «Άνθρωποι, άνθρωποι» των Σακελλάριου και Γιαννακόπουλου, στην οποία εμφανίστηκε δίπλα σε ηθοποιούς όπως ο Ορέστης Μακρής, ο Νίκος Τσαγανέας και ο Νίκος Ηλιόπουλος.
Στον κινηματογράφο θα εξελισσόταν σε έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους κωμικούς της γενιάς του, με χαρακτηριστική φωνή, ιδιαίτερο λαϊκό ύφος και ερμηνείες που έμειναν στη μνήμη του κοινού. Η πολιτική του ταυτότητα, ωστόσο, δεν εξαφανίστηκε πίσω από την επαγγελματική επιτυχία. Οι κόρες του, Άννα και Μαρία, μεγάλωσαν σε ένα αριστερό οικογενειακό περιβάλλον, αν και οι δικές τους πολιτικές επιλογές τις έφεραν κοντά στο ΚΚΕ Εσωτερικού και στον Ρήγα Φεραίο.
Ο Μίμης Φωτόπουλος πέθανε στην Αθήνα στις 29 Οκτωβρίου 1986, αφήνοντας πίσω του μια μεγάλη καλλιτεχνική διαδρομή. Η ιστορία της διαγραφής του από το ΚΚΕ παραμένει ένα ιδιαίτερο επεισόδιο αυτής της διαδρομής, καθώς συμπυκνώνει τις αντιφάσεις μιας εποχής κατά την οποία η πολιτική στράτευση μπορούσε να συγκρουστεί ακόμη και με την ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης. Ο Φωτόπουλος δεν επέστρεψε ποτέ στο ΚΚΕ. Δεν έπαψε να το ψηφίζει. Και ο μονόλογός του, με τις ατελείωτες επαναλήψεις και τις βαρύγδουπες πολιτικές διατυπώσεις, ακούγεται σχεδόν 60 χρόνια μετά ως μία από τις πιο χαρακτηριστικές σατιρικές σκηνές του ελληνικού κινηματογράφου. Μια σκηνή που χάρισε γέλιο στο κοινό, αλλά είχε και συνέπειες που ξεπερνούσαν κατά πολύ τα όρια της οθόνης. Δεν ήθελε να το συζητά. Αλλά δεν το ξέχασε ποτέ.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου