Τα φετινά Χριστούγεννα για τους περισσότερους θα είναι διαφορετικά από τα προηγούμενα. Λιγότερες αγορές, λιγότερα τρόφιμα, λιγότερα δώρα. Υπάρχουν όμως παιδιά που ποτέ δεν χάρηκαν γιορτές, ποτέ δεν είχαν δώρο, ποτέ δεν έγραψαν γράμμα στο Αη Βασίλη. Παιδιά, που δεν ξέρουμε από που έρχονται που θα καταλήξουν, αν έχουν να φάνε, που κοιμούνται, πώς ζούνε. Αυτά τα παιδιά των αγκαλιών, που ζητιανεύουν μαζί με τους γονείς τους σε πλατείες και γωνιές σε όλη την πόλη, όσο πλησιάζουν οι γιορτές θα αυξάνονται χωρίς δυστυχώς, να γίνεται τίποτα για να ανατραπεί αυτή η κατάντια της κοινωνίας μας, αλλά και χωρίς να υπάρχει ο τρόπος να αντιμετωπισθεί το κακό στη ρίζα του.
Τα τελευταία χρόνια στα Τρίκαλα, έχουμε μάθει να ζούμε παράλληλα με τους ζητιάνους. Έχουμε δει κυριολεκτικά να μεγαλώνουν παιδιά στα πεζοδρόμια, μέσα σε βροχές και κακουχίες. Παιδιά που πεινάνε ή κοιμούνται σε αγκαλιές γονιών που ζητιανεύουν άλλες φορές συμπαρασύροντας τους περαστικούς που τους ρίχνουν μερικά ψηλά, άλλες πάλι όχι. Όλοι, ακόμη και οι υπηρεσίες που θεωρούνται αρμόδιες, έχουν περάσει μπροστά από τέτοιες περιπτώσεις που θα συναντήσουμε ξανά και ξανά, γιατί το κράτος στην ουσία έχει επιλέξει μία εντελώς αδιέξοδη διαδικασία όχι για να λύσει το πρόβλημα, αλλά απλά για να καλύπτει νομότυπα το παράνομο της υπόθεσης.
Η διαδικασία
Μετά από καταγγελία σε υπηρεσίες πρόνοιας ή αστυνομικές αρχές, οι υπηρεσιακοί παράγοντες προχωρούν σε εξέταση του ζητήματος, και στην ουσία κάνουν προσαγωγή στο αστυνομικό τμήμα και έπειτα η υπόθεση προχωρά στον εισαγγελέα, από όπου συνήθως οι επαίτες φεύγουν και πάλι ελεύθεροι. Όλος αυτός ο φαύλος κύκλος, ακολουθεί μεν μία νομότυπη διαδικασία που σε καμιά περίπτωση όμως δεν παράγει αποτέλεσμα, αφού στο τέλος πάλι η ζητιάνα με το παιδί στην αγκαλιά είτε το ίδιο το ανήλικο θα βρεθεί πάλι να ζητιανεύει, ενώ δεν αποκλείεται μετά και από επίσημη διαδικασία, να μετακομίσουν σε άλλη πόλη για να ακολουθήσουν πάλι την ίδια τακτική.
Κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν συλληφθεί μητέρα επαίτης, που θα καταλήξει το παιδί αφού δεν υπάρχει στην περιοχή, και πουθενά αλλού, κέντρο υποδοχής που θα αναλάβει τη μέριμνα του παιδιού αυτού. Από την άλλη για τους περισσότερους πολίτες, είναι ιδιαίτερα οδυνηρό, να καταγγείλουν ένα τέτοιου είδους περιστατικό και να βάλλουν σε μια τέτοια διαδικασία τα παιδιά του όποιου ζητιάνου για να καταλήξουν και πάλι στο δρόμο με απλωμένο το χέρι. Ωστόσο, είναι ο μόνος τρόπος.
Κράτος μέριμνα - «απών»
Δυστυχώς, τα εμπόδια που συναντά για να λυθεί το πρόβλημα των παιδιών που βρίσκονται «όμηρα» στην επαιτεία, είναι τα ίδια με εκείνα κάθε σημαντικού κοινωνικού προβλήματος. Μέχρι σήμερα, οι εκάστοτε κυβερνήσεις δεν έχουν καταφέρει, και δεν έχουν προσπαθήσει ουσιαστικά, να θέσουν τις βάσεις για να δημιουργηθεί ένα ασφαλές δίχτυ προστασίας των ευπαθών ομάδων. Σαφώς δεν είναι λύση να εξαφανίζουμε για λίγο τους ζητιάνους, να κάνουμε οι υπόλοιποι γιορτές, και έπειτα να επιστρέψουν. Λύση θα είναι να τεθούν προτεραιότητες, να υπάρξει συνεργασία, και να βρεθούν οι αρμόδιες και επαρκείς αρχές που θα υποδεχθούν τα παιδιά των ζητιάνων, τις γυναίκες για να μπορέσουν να κάνουν μία αρχή ή ακόμη και να προστατευθούν διότι σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι άγνωστη η λέξη εκμετάλλευση.
Είναι πολύ εύκολο για όλους μας να περνάμε μπροστά από εξαθλιωμένες μητέρες που-σαφώς κακώς-ζητιανεύουν με τα παιδιά στην αγκαλιά και να προτείνουμε, «Να βρεις μία δουλειά», χωρίς να σκεφτόμαστε αν υπάρχει μία θέση εργασίας γι’ αυτή τη γυναίκα. Δυστυχώς, κράτος μέριμνας δεν υπάρχει. Το επίδομα πρόνοιας, ύψους 44 ευρώ (!) δεν μπορεί κανείς να πιστέψει ότι υπάρχει άνθρωπος που το θεωρεί επαρκές για να ζήσει κανείς ένα παιδί. Εκτός αυτού, στις περισσότερες των περιπτώσεων, τα παιδιά αυτά είναι σαν να μην υπάρχουν για το κράτος, αφού κανείς γνωρίζει από ποια χώρα προέρχονται, που μένουν κοκ.
Όπως τονίζει και ο αστυνομικός διευθυντής κ. Γιώργος Κόκκαλης, κατά καιρούς ο κόσμος δείχνει τον προβληματισμό του και προχωρά σε καταγγελίες, ωστόσο η διαδικασία φαίνεται ότι δεν αποδίδει. «Συλλαμβάνουμε μία γυναίκα ζητιάνα το παιδί ποιος θα το περιθάλψει; Θα αφεθεί πιθανώς ελεύθερη και μετά θα πάρει το παιδί και θα αλλάξει πόλη». Και μπορεί να επικρατεί η άποψη ότι υπάρχουν ζητιάνοι κατ’ επάγγελμα, υπάρχουν όμως και οικογένειες που πραγματικά ζητούν γιατί ζουν στην ανέχεια. Τι γίνεται με αυτές τις περιπτώσεις που απαιτούν πιο λεπτό χειρισμό; Ακόμη και αν απευθυνθείς σε οργανώσεις για το παιδί, η ίδια διαδικασία θα ακολουθηθεί και πολλές φορές με το ίδιο αποτέλεσμα. Κάποια στιγμή θα πρέπει να ξεφύγουμε από αυτό τον κοινωνικό μαρασμό, δεδομένου ότι οι καταστάσεις αλλάζουν άρδην και πολλές οικογένειες θεωρούνται ήδη ως «εν δυνάμει» άστεγες. Αν δεν δοθούν χρήματα και δεν αξιοποιηθούν σωστά στην κοινωνική φροντίδα δεν πρόκειται ποτέ να αποκτήσουμε ένα ασφαλές δίκτυο που θα προστατεύει τις ευπαθείς ομάδες και κυρίως τα παιδιά.
Της ΕΛΕΝΗΣ ΧΟΛΕΒΑ